Επαγγέλματα του παρελθόντος

Οργανοπαίχτες

Οι οργανοπαίχτες εργάζονταν κατά κομπανίες, που αποτελούνταν από τέσσερα με πέντε άτομα. Η τέχνη μεταδιδόταν από πατέρα σε γιο, και οι κομπανίες απαρτίζονταν από συγγενικά ή φιλικά πρόσωπα. Τα πιο συνήθης όργανα που εξασκούσαν οι οργανοπαίχτες ήταν το βιολί, το κλαρίνο, το ντέφι, το λαούτο και το σαντούρι. Σύχναζαν σε πανηγύρια και ήταν περιζήτητοι στους γάμους και στα γλέντια.

Παλιότερα ήταν πολύ σημαντικό να βρεις καλούς και γνωστούς οργανοπαίχτες που θα έντυναν μουσικά ένα γάμο. Οι οργανοπαίχτες διάλεγαν και αυτοί με τη σειρά τους σε ποιον γάμο θα παρείχαν τις υπηρεσίες τους, ανάλογα με τον κόσμο που θα μαζευόταν. Αν ήξεραν ότι το σόι ήταν μεγάλο και είχε πολλούς χορευταράδες, έβγαζαν πολλά ‘τυχερά’ και δεν ζητούσαν μεγάλη αμοιβή από τον πελάτη τους. Αν όμως ήξεραν ότι δεν θα είχαν πολλά ‘τυχερά’, στη συμφωνία ζητούσαν περισσότερα χρήματα ή βρίσανε δικαιολογίες για να μην παρευρεθούν στο γάμο.

Συνήθως σε κάθε περίσταση του γάμου έπαιζαν συγκεκριμένα τραγούδια, άλλο όταν ξύριζαν το γαμπρό, άλλο όταν ντυνόταν η νύφη, άλλο όταν έβγαινε από το πατρικό της σπίτι για να πάει στην εκκλησία, και έτσι ο κόσμος ήξερα σε ποια φάση βρίσκεται ο γάμος.

Τέλος όταν υπήρχε έλλειψη μπάντας στις εθνικές γιορτές και στις παρελάσεις, παρείχαν τις υπηρεσίες σου.

Οργανοπαίχτες
Περισσότερα

Μανάβης

Ο μανάβης τα παλαιότερα χρόνια ήταν πλανόδιος. Χρησιμοποιούσε το γαϊδουράκι καθώς το φόρτωνε από τις δυο πλευρές του με κοφίνια γεμάτα διάφορα ζαρζαβατικά. Μελιτζάνες, κολοκυθάκια, ντομάτες, πιπεριές και ότι άλλο έβγαζε ο μπαξές, ανάλογα με τις εποχές. Προϊόντα χωρίς λιπάσματα και συντηρητικά. Ο μανάβης γυρνούσε από γειτονιά σε γειτονιά, από την άνοιξη μέχρι το χειμώνα. Ξεκρεμούσε τη ζυγαριά και ζύγιζε τα αγαθά που ζητούσε η πελάτισσα. Το γαϊδουράκι αντικαταστάθηκε από το κάρο, που ήταν πιο πρακτικό, φτάνοντας στην σημερινή εποχή όπου βρίσκουμε το μανάβη στο συγκεκριμένο χώρο του.

Μανάβης
Περισσότερα

Λουστραδόρος

Ο λουστραδόρος σύχναζε συνήθως σε πλατείες με μεγάλη κίνηση. Χρησιμοποιούσε ένα ξύλινο κασελάκι όπου γύρω γύρω κρεμόντουσαν οι βούρτσες και τα βερνίκια με τα διάφορα χρώματα. Γυάλιζε τα καθρεφτάκια του και τα μπρούντζινα σκαλισμένα στολίδια στο κασελάκι του για να προσελκύσει τους πελάτες του. Αυτός καθόταν σε ένα χαμηλό σκαμνάκι και τους περίμενε υπομονετικά. Μερικές φορές έκανε διάφορα κόλπα με τις βούρτσες στον αέρα, για να τους προσελκύσει.

Το βάψιμο των παπουτσιών ήθελε προσοχή για να μη λερωθεί ο πελάτης. Έβαζε πρώτα ο πελάτης το πόδι του στη μέση της κασέλας, όπου είχε μια ειδική βάση. Ύστερα ο λουστραδόρος γύριζε το ρεβέρ του παντελονιού του πελάτη και μετά έβαζε γύρω από το πόδι χαρτόνια από άδεια πακέτα τσιγάρων για να μη λερωθούν οι κάλτσες. Αν ήταν λασπωμένο το παπούτσι, το καθάριζε με μια σπάτουλα και μετά περνούσε το χρώμα σε όλη την επιφάνεια του παπουτσιού με μια μικρή βούρτσα. Ύστερα από λίγα λεπτά, αφού στέγνωνε το χρώμα, άπλωνε μια γυαλιστερή αλοιφή με το δάχτυλό του όλο το παπούτσι.

Ακολουθούσε το γυάλισμα με μια μαλακή βούρτσα και ύστερα με ένα βελούδινο πανί περνούσε όλο το παπούτσι για να γυαλίσει. Ο λουστραδόρος δεν σταματούσε το γυάλισμα, μέχρι το παπούτσι να αστράψει, έπρεπε να φτάσει στη μεγαλύτερη δυνατή γυαλάδα.

Λουστραδόρος
Περισσότερα

Κρεοπώλης

Ο κρεοπώλης τα παλιά χρόνια ήταν πλανόδιος και συνηθιζόταν να τον αποκαλούν μακελάρη. Γύριζε στις γειτονιές πουλώντας κομμάτια κρέας σε ξύλινες τάβλες. Συνήθως οι ίδιοι έσφαζαν τα πρόβατα, τα κατσίκια και τα ζυγούρια, και τα έκοβαν σε κομμάτια και τα πουλούσε.

Τα ζώα σφάζονταν πρωί πρωί. Ο κρεοπώλης έδενε με σχοινί δυο ξύλινες τάβλες στα πλαϊνά του αλόγου ή του μουλαριού και κρεμούσε από τους ξύλινους γάντζους που υπήρχαν στο πάνω μέρος κάθε τάβλας μεγάλα κομμάτια κρέας. Φορούσε μια άσπρη ποδιά και τους καλοκαιρινούς μήνες, για να προφυλάξει το κρέας από τις μύγες και τα έντομα, είχε μια τριχωτή φούντα φτιαγμένη από ουρά αλόγου για να τα διώχνει. Ο κρεοπώλης έπρεπε να είναι πολύ καθαρός, γιατί οι πελάτες έλεγχαν πρώτα την ποιότητα και την καθαριότητα και μετά διάλεγαν το κομμάτι που ήθελαν. Ο κρεοπώλης έκοβε το κρέας με το μεγάλο μαχαίρι, γνωστή ως χαντζάρα, και στη συνέχεια το ζύγιζε για να υπολογίσει το κόστος του.

Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν τα ψυγεία και το φρεσκοκομμένο ζώο διατηρούνταν 24 ώρες. Για να το συντηρήσουν, κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες, το έβαζαν σε βαθιά πηγάδια λόγω της δροσιάς του νερού που υπήρχε μέσα σε αυτό και το προφύλαγε από τη ζέστη. Έτσι έδεναν τα κομμάτια κρέας με σχοινιά και τα κατέβαζαν στο βάθος του πηγαδιού. Όσοι δεν είχαν πηγάδια, το έβαζαν σε υπόγεια. Το χειμώνα, έθαβαν το κρέας μέσα στο χιόνι.

Κρεοπώλης
Περισσότερα