Επαγγέλματα του παρελθόντος

Υλοτόμος

Ο υλοτόμος είναι αυτός που ασχολείται επαγγελματικά με την υλοτομία. Στις περιπτώσεις όπου εργάζονταν κοντά σε ποτάμι, αφού έκοβαν τους κορμούς, τους έδεναν πίσω από τα μουλάρια και τους έσερναν στο ποτάμι με προσοχή, για να μπορέσουν να τους μεταφέρουν στο μέρος που επιθυμούσαν. Όταν συγκέντρωναν όλους τους κορμούς, τους έδεναν δυο δυο με τριχιές για να σχηματίσουν μια σχεδία και τοποθετούσαν μια σανίδα από πάνω για να μπορούν να κάθονται οι σαλτζήδες, όπως λέγονταν. Οι σαλτζήδες είχαν ένα ξύλινο κοντάρι για να μπορούν να βοηθήσουν στην πλοήγηση των κορμών. Στη συνέχεια τους έριχναν στο ποτάμι και ξεκινούσε το ταξίδι.

Στο σημείο όπου έπρεπε να βγάλουν τους κορμούς έξω από το ποτάμι, περίμεναν εργάτες που είχαν μεγάλα ξύλα με γάντζους όπου με αυτά έσερναν τα ξύλα στη στεριά. Στη συνέχεια τα φόρτωναν σε μεγάλα κάρα για να τα μεταφέρουν στα ξυλουργικά εργοστάσια.

Μερικές φορές οι υλοτόμοι άφηναν τους κορμούς να ταξιδεύουν μόνα τους και τα παρακολουθούσαν από τη στεριά. Υπήρχαν στιγμές όπου οι κορμοί σε κάποια δύσκολα σημεία του ποταμού σκάλωναν και οι υλοτόμοι τα ανατίναζαν για να ανοίξουν τη δίοδο για τους άλλους κορμούς. Η διαδικασία κρατούσε μέρες και οι υλοτόμοι έφτιαχναν καλύβες κατά μήκος των ποταμών για να μένουν.

Υλοτόμος
Περισσότερα

Ψαράς

Λόγω του πολύ χρόνου που περνούσαν ψαρεύοντας, πουλούσαν τα ψάρια τους στους πλανόδιους ψαράδες, οι οποίοι με τη σειρά τους τα πουλούσαν στον κόσμο. Έβαζαν τα ψάρια πάνω σε μια στρογγυλή τάβλα την οποία την στήριζαν στο κεφάλι τους με το ένα χέρι, και στο άλλο χέρι είχαν έναν κουβά με δροσερό νερό για να δροσίζουν τα ψάρια τους και να τα διατηρούν φρέσκα και γυρνούσαν από γειτονιά σε γειτονιά φωνάζοντας για την πραμάτεια τους.

Ψαράς
Περισσότερα

Ψαράς των λιμνών

Οι ψαράδες των λιμνών δούλευαν σε ομάδες τριών ή έξι ατόμων γνωστά ως ‘ντουκιάνια’. Έφτιαχναν την καλύβα τους στο μέρος όπου ψάρευαν, το λεγόμενο ‘φουντάνι’. Οι καλύβες τους ήταν φτιαγμένες από μακριά ξύλα, τα ‘λούρα’, από καλάμια και ραγάζια και είχαν στο κέντρο του δαπέδου μια πέτρινη εστία για να μπορούν να μαγειρεύουν.

Ο χρόνος που περνούσαν σε αυτές τις καλύβες ήταν μεγάλος, σχεδόν 9 μήνες με μικρές παύσεις όπου επέστρεφαν στα σπίτια τους. Οι συνθήκες διαβίωσης ήταν δύσκολες λόγω των καιρικών φαινομένων. Συνήθως ψάρευαν με δίχτυα, με γρίπο (είδος τράτας) ή κατίκια (καλαμωτές ψαροπαγίδες).

Λόγω του πολύ χρόνου που περνούσαν ψαρεύοντας, πουλούσαν τα ψάρια τους στους πλανόδιους ψαράδες, οι οποίοι με τη σειρά τους τα πουλούσαν στον κόσμο. Έβαζαν τα ψάρια πάνω σε μια στρογγυλή τάβλα την οποία την στήριζαν στο κεφάλι τους με το ένα χέρι, και στο άλλο χέρι είχαν έναν κουβά με δροσερό νερό για να δροσίζουν τα ψάρια τους και να τα διατηρούν φρέσκα. Με αυτό τον τρόπο γυρνούσαν από γειτονιά σε γειτονιά προσπαθώντας να πουλήσουν την πραμάτεια τους. Με τον καιρό, όταν άρχισε να χρησιμοποιείται ο πάγος, αντικαταστήθηκε η τάβλα και το πανέρι με το καρότσι, όπου έβαζαν τα ψάρια τους σε καφάσια και τα πασπάλιζαν με κομμάτια πάγου, για να τα διατηρήσουν φρέσκα.

 

Ψαράς των λιμνών
Περισσότερα

Κασερομάστορας

Το επάγγελμα του κασερομάστορα, όπως και τα περισσότερα παραδοσιακά επαγγέλματα, περνούσε από γενιά σε γενιά. Το κασέρι το παρασκεύαζαν οι κασερομάστορες σε μικρά ξύλινα ή πέτρινα οικήματα γνωστά ως κασαρίες. Εκεί ανακάτευαν το γάλα με ένα ένζυμο από το στομάχι των ζώων, την πιτιά, και το τοποθετούσαν σε καζάνια για να το ζεστάνουν.

Όταν έπηζε το γάλα, κομμάτιαζαν το μείγμα και το ξαναζέσταιναν σε μεγαλύτερη θερμοκρασία. Στη συνέχεια το τοποθετούσαν σε τσαντίλες για να στραγγίξει το τυρόγαλο και να σφίξει. Το στραγγισμένο αυτό μείγμα ονομαζόταν ‘μπασκί’. Ζέσταιναν ένα χώρο με σόμπες και άφηναν το μπασκί να ωριμάσει 3 με 5 μέρες και μετά το τεμάχιζαν και το έβαζαν σε μεγάλες ξύλινες κόφες. Τις κόφες τις βουτούσαν σε καζάνια με ζεστό νερό, ανακατεύοντας συνεχώς το μπασκί για να γίνει μια ομοιογενής μάζα.

Φτάνοντας στο τελευταίο στάδιο παρασκευής του κασεριού, έβαζαν το μπασκί σε τραπέζια και το αλάτιζαν με χοντρό αλάτι. Στη συνέχεια το ζύμωναν με τα χέρια και το τοποθετούσαν για ένα εικοσιτετράωρο σε καλούπια για να πάρει το επιθυμητό σχήμα. Ακολουθούσε η μεταφορά του κασεριού από τις κασερίες στα υπόγεια των σπιτιών, όπου υπήρχε σταθερή θερμοκρασία και τα τοποθετούσαν σε τεζάκια για να ωριμάσουν. Παρέμεναν στα υπόγεια για 3 μήνες και στη συνέχεια τα πουλούσαν στους εμπόρους.

Κασερομάστορας
Περισσότερα